Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβάν πρεμιέρ < απροσάρμοστο άμεσο δάνειο από τη γαλλική avant-première

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

αβάν πρεμιέρ θηλυκό

  1. (θέατρο) παράσταση πριν από την εναρκτήρια
  2. (κινηματογράφος) προβολή ενός φιλμ πριν την παρουσίασή του στις κινηματογραφικές αίθουσες (συνήθως σε περιορισμένο αριθμό θεατών για τις πρώτες εντυπώσεις - κριτικές)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία