Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Μαυρίκιος < λατινική Mauricius

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /maˈvɾi.ci.os/

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Μαυρίκιος αρσενικό

  1. ανδρικό όνομα
  2. όνομα ενός αυτοκράτορα του Βυζαντίου
  3. κράτος στον Ινδικό Ωκεανό, ανατολικά της Μαδαγασκάρης

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία