Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

émotif < λατινική emotum < emovere

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /e.mɔ.tif/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό émotif émotifs
θηλυκό émotive émotives

émotif (fr)

  1. σχετικός με τη συγκίνηση
  2. ευσυγκίνητος, που έχει τάση να αισθάνεται έντονα τις συγκινήσεις