Τουρκικά (tr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

varlık < var (ύπαρξη) + -lık

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /vɑɾˈɫɯk/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

varlık (tr)

  1. το πλάσμα, το ον, το πράγμα
    İncil'e göre, tüm varlıkları Tanrı yarattı.
    Σύμφωνα με τη Βίβλο, ο Θεός δημιούργησε όλα τα πράγματα/πλάσματα.
  2. η παρουσία
    Varlığı hissedildikçe vardır.
    Υπάρχει εφ' όσον η παρουσία της γίνεται αισθητή.
  3. τα υπάρχοντα, η περιουσία
    Tüm varlığını bir yangında kaybetti.
    Έχασε όλα τα υπάρχοντα του σε μία πυρκαγιά.

ΚλίσηΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία