ενεστώτας teach
γ΄ ενικό ενεστώτα teaches
αόριστος taught
παθητική μετοχή taught
ενεργητική μετοχή teaching
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /tit͡ʃ/

teach (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) διδάσκω, κάνω μαθήματα σε μαθητές σε σχολείο, κολέγιο, πανεπιστήμιο κτλ.· βοηθώ κάποιον να μάθει κάτι δίνοντας πληροφορίες για αυτό
    I teach chemistry/history.
    Διδάσκω χημεία/ιστορία.
    She teaches (University) students physics.
    Διδάσκει τους φοιτητές φυσική.
    The students were not taught all of the material.
    Οι μαθητές δε διδάχτηκαν όλη την ύλη.
    They were examined on the material taught.
    Εξετάστηκαν σε διδαγμένη ύλη.
    It’s exhausting teaching 10 hours a day./It’s exhausting to teach 10 hours a day.
    Είναι εξαντλητικό να διδάσκεις 10 ώρες την ημέρα.
  2. (μεταβατικό) διδάσκω, δείχνω σε κάποιον πώς να κάνει κάτι, ώστε να μπορεί να το κάνει μόνος του
    He taught me to swim.
    Με δίδαξε να κολυμπάω.
    This year they will also be taught Greek dances.
    Του χρόνου θα διδαχθούν και ελληνικούς χορούς.
  3. (μεταβατικό) διδάσκω, κάνω κάποιον να αισθάνεται ή να σκέφτεται με διαφορετικό τρόπο
    Christ taught love.
    Ο Χριστός δίδασκε την αγάπη.
    I am taught by my mistakes.
    Διδάσκομαι από τα λάθη μου.

Συγγενικά

επεξεργασία