Ετυμολογία

επεξεργασία
taon < toon < δημώδης λατινική tabo < λατινική tabanus

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /tɑ̃/
 

  Ουσιαστικό

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
taon taons

taon (fr) αρσενικό

  1. (εντομολογία) η βοϊδόμυγα
  2. (εντομολογία) η αλογόμυγα

Ομώνυμα / Ομόηχα

επεξεργασία