Δείτε επίσης: tenor

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

ενικός πληθυντικός
ténor ténors

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ténor < (άμεσο δάνειο) ιταλική tenore

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ténor (fr) αρσενικό

  1. (μουσική) τενόρος
  2. πασίγνωστο άτομο σε κάποια δραστηριότητα