Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈʃɛɕʨ̑ãn/
sześcian 

  Ετυμολογία Επεξεργασία

sześcian (pl) < sześć + ściana

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

sześcian (pl) αρσενικό

  1. (μαθηματικά), (κοινά) ο κύβος:
    • γεωμετρικό σχήμα με έξι ίσες πλευρές
    • η τρίτη δύναμη ενός αριθμού

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία