Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

subordination (en)

  1. η ενέργεια με την οποία θέτω σε κατώτερη ιεραρχικά τάξη
  2. το να είναι κανείς κατώτερος ιεραρχικά
  3. η υποταγή, υπακοή στους ανωτέρους
     αντώνυμα: insubordination
  4. (γραμματική) η καθ' υπόταξη σύνδεση προτάσεων
     αντώνυμα: coordination


Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
subordination subordinations

subordination (fr) θηλυκό

  1. η υπόταξη