Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

stylesheet < style + sheet

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /staɪlʃiːt/ (βρετανικό)
ΔΦΑ : /staɪlʃit/ (ΗΠΑ)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
stylesheet stylesheets

stylesheet (en)

  • (διαδίκτυο, Web design) φύλλο τεχνοτροπίας
    ※  With an external stylesheet file, you can change the look of an entire website by changing just one file! [1]
    «Με ένα εξωτερικό αρχείο φύλλου τεχνοτροπίας, μπορείτε να αλλάξετε την εμφάνιση ενός ολόκληρου ιστότοπου αλλάζοντας μόνο ένα αρχείο!»


Άλλες γραφέςΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. (αγγλικά) CSS Introduction. Πρόσβαση 2020-11-07.