Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

sculpture (en)

  ΡήμαΕπεξεργασία

sculpture (en)

  • γλύφω, αναπαριστώ μια μορφή σε τρεις διαστάσεις, ετοιμάζω ένα γλυπτό
Michelangelo sculptured the grand Pietá before he was twenty-five years old

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

sculpture (fr)

  1. το γλυπτό
  2. η γλυπτική