Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

reasoning (en)

  • μετοχή ενεστώτα του ρήματος reason

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

reasoning (en)

  1. σκεπτικό, συλλογιστική
  2. λογική