Λατινικά (la) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος μετοχήςΕπεξεργασία

rasa

  1. θηλυκό του rasus, στην ονομαστική, την κλητική και την αφαιρετική του ενικού
  2. ουδέτερο του rasus, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού