Άνοιγμα κυρίου μενού

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

railroute < rail + route

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

railroute (fr), rail-route, rail route αρσενικό

  1. μεταφορά εμπορευμάτων που χρησιμοποιεί εναλλακτικά τη σιδηροδρομική και την οδική μεταφορά