Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pʃɨ.ˈpa.dɛk/
Ήχος 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

przypadek (pl) αρσενικό

  1. η περίπτωση
  2. η τύχη, το τυχαίο γεγονός
  3. (γραμματική) η πτώση
    w języku polskim jest siedem przypadków: mianownik, dopełniacz, celownik, biernik, narzędnik, miejscownik i wołacz
    στην πολωνική γλώσσα υπάρχουν εφτά πτώσεις: ονομαστική, γενική, δοτική, αιτιατική, οργανική, τοπική και κλητική

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία