Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

orange (en)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

orange (en)



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

orange 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
orange oranges

orange (fr) θηλυκό

  1. πορτοκάλι
    il a mangé une orange - έφαγε ένα πορτοκάλι

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
orange orange

orange (fr) αρσενικό ή θηλυκό άκλιτο

le feu est passé à l'orange - το φανάρι πέρασε στο πορτοκαλί
orange foncé, orange clair - σκούρο πορτοκαλί, ανοιχτό πορτοκαλί



Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

orange 

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

orange (de)



Δανικά (da)Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

orange (da)