Γαλλικά (fr)Επεξεργασία

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό obligé obligés
θηλυκό obligée obligées

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

obligé (fr)

  • (για πρόσωπα)
  1. υποχρεωμένος
  2. δέων

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • → δείτε τη λέξη obliger