Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

moonshine < moon + shine

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈmuːnʃʌɪn/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

moonshine (en)

  1. (κυριολεκτικά) το φεγγαρόφωτο
  2. χαζά-κουτά λόγια-ιδέες, βλακείες, παπαριές, χαζομάρες, κουτόλογα, αρλούμπες, ηλιθιότητες, για τον πούτσο μαλακίες, κοτσάνες, κουταμάρες
  3. μη εγκεκριμένο ποτό απ' το κράτος, άνομο αλκοόλ, αμφιβόλου νομιμότητας αλκοόλ:
    • υψηλών βαθμών μη εγκεκριμένο αλκοολούχο ποτό
    • παραδοσιακός ζύθος με διαφορετικά συστατικά ανά περιοχή παρασκευής και υψηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλ
      πχ. απεσταγμένος καλαμποκόζυθος (με λίγες φράουλες ως αρωματικό) που παράγεται με πολλά χρονομετρημένα στάδια βρασμού και ψύξης
    • ποτό μπόμπα, νόθο ποτό, ποτό που εμπεριέχει τοξικές ουσίες που δεν μεταβολίζονται, υψηλής επικινδυνότητας για την υγεία ποτό (που περιέχει θανατηφόρα χημικά μόρια διαφορετικά της αιθανόλης)

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  • moonshiner (en) (παραδοσιακός ζυθοποιός moonshine, συνήθως χωρίς άδεια)