Διαγλωσσικοί όροιΕπεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

megabyte < (άμεσο δάνειο) αγγλική megabyte. Αναλύεται σε mega- + byte

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

megabyte

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

σε διάφορες γλώσσες:

επίσης:



Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

megabyte < mega- + byte

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

megabyte (en)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία