Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

means (en)

  • μέσο ή μέσα, κάτι που χρησιμοποιείται για να επιτευχθεί ένας σκοπός

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

means (en)

  • πληθυντικός του mean

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

means (en)

  • mean στο τρίτο πρόσωπο