Λατινικά (la) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. luo < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *luo (πλένω)
  2. luo < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *leu (ξεχωρίζω, λύω)

  Ρήμα 1Επεξεργασία

luo

  1. πλένω
  2. καθαίρω, εξαγνίζω

  Ρήμα 2Επεξεργασία

luo

  1. πληρώνω
  2. ικανοποιώ
  3. εξαγνίζομαι, εξιλεώνομαι

ΚλίσηΕπεξεργασία