Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛ̃.tʁy.mɑ̃.te/

  ΡήμαΕπεξεργασία

instrumenter (fr) (αμετάβατο)

  1. (νομική) συντάσσω συμβόλαιο

(μεταβατικό)

  1. (μουσική) (σπάνιο) ενορχηστρώνω
  2. (τεχνολογία) εξοπλίζω (μια εγκατάσταση) με όργανα ελέγχου