Δείτε επίσης: inhérent

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɪnˈhɪəɹənt/ ή
ΔΦΑ : /ɪnˈhɛɹənt/

  Ετυμολογία Επεξεργασία

inherent < λατινική inhaerens, μετοχή ενεστώτα του ρήματος inhaerere

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

inherent (en)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία