Επίθετο

επεξεργασία

ill (en)

  1. άρρωστος
    He fell ill.
    Έπεσε άρρωστος.
    I am ill.
    Είμαι άρρωστη.
    The ill child is burning up from the fever.
    Το άρρωστο παιδί ψηνόταν από τον πυρετό.
     συνώνυμα:  sick, unhealthy, unwell και under the weather
  2. που έχει τάση να κάνει εμετό
  3. κακός, κακής ποιότητας