Γαλλικά (fr)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
huile huiles

huile (fr) θηλυκό

  1. το λάδι
  1. (οικείο) άτομο υψηλά ιστάμενο, που έχει υψηλό βαθμό σε μια ιεραρχία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία