Ετυμολογία

επεξεργασία
gripper < απώτατης πρωτογερμανικής αρχής από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *gʰreyb- (αδράχνω, πιάνω)

gripper (fr)

Παράγωγα

επεξεργασία