Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό grimpant grimpants
θηλυκό grimpante grimpantes

grimpant (fr)

  1. αναρριχώμενος
  2. (μεταφορικά) αυξανόμενος
    prix grimpants - αυξανόμενες τιμές
  3. (βοτανική) αναρριχητικός
    plante grimpante - αναρριχητικό φυτό