Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

flick (en)

  1. ελαφρό χτύπημα, γρήγορη κίνηση
  2. (αργκό), (λαϊκότροπο) ταινία, κινηματογραφικό έργο

  ΡήμαΕπεξεργασία

flick (en)

  1. ψιλοχτυπώ, χτυπώ ελαφρά, ψιλοκοπανώ
  2. πετώ, ρίχνω κάτι με μια απότομη κίνηση
    don't flick peanuts at your brother!
  3. ξεφυλλίζω
    • κάνω ζάπινγκ