Γαλλικά (fr)Επεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
disponible disponibles

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

disponible (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. διαθέσιμος
  2. ετοιμοπαράδοτος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία