Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

discretion (en)

  1. κρίση, διακριτική ικανότητα, διακριτική ευχέρεια
  2. η διακριτικότητα στη συμπεριφορά απέναντι στους άλλους