Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /dɪˈplɔɪ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

deploy (en)

  1. (στρατιωτικός όρος) παρατάσσω
  2. (πληροφορική) ενεργώ ώστε λογισμικό να είναι διαθέσιμο στον κοινό χρήστη

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία