Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

deployment (en)

  1. (στρατιωτικός όρος) η παράταξη στρατού πριν από τη μάχη
  2. η διάθεση στο κοινό ενός προϊόντος για χρήση
  3. (πληροφορική) βλ. software deployment

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία