Αγγλικά (en) Edit

  ΟυσιαστικόEdit

delta (en)

  1. το γράμμα δ του ελληνικού αλφαβήτου
  2. το δέλτα ενός ποταμού

Δείτε επίσηςEdit



Γαλλικά (fr) Edit

  ΠροφοράEdit

delta 

  ΟυσιαστικόEdit

delta (fr) αρσενικό

  1. το γράμμα δέλτα
  2. το δέλτα ενός ποταμού

Συγγενικές λέξειςEdit

ΣύνθεταEdit



Πολωνικά (pl) Edit

  ΠροφοράEdit

delta 

  ΟυσιαστικόEdit

delta (pl) αρσενικό

  1. το γράμμα του ελληνικού αλφάβητου: δέλτα



Σουηδικά (sv) Edit

  ΠροφοράEdit

delta 

  ΟυσιαστικόEdit

delta (sv)

  1. το γράμμα δέλτα
  2. το δέλτα ενός ποταμού

  ΡήμαEdit

delta (sv)

  1. παίρνω μέρος, συμμετέχω