Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

custody < λατινική custodia < custos (φύλακας)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

custody (en)

  1. η επιμέλεια ενός παιδιού (σε περίπτωση διαζευγμένων γονέων)
    the mother was given custody of the child - η μητέρα πήρε την επιμέλεια του παιδιού
  2. έλεγχος, επίβλεψη, κηδεμονία
  3. η κράτηση ενός υπόπτου από την αστυνομία
    the suspect was taken into custody - ο ύποπτος τέθηκε υπό κράτηση