Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

cour 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
cour cours

cour (fr) θηλυκό

  1. η αυλή
    la cour de l'école - η αυλή του σχολείου
  2. το δικαστήριο
    la cour pénale internationale - το διεθνές ποινικό δικαστήριο

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία