Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

coagulate < λατινική coagulo < coagulum < cogo < co- + ago

  ΡήμαΕπεξεργασία

coagulate (en)

  1. συμπυκνώνομαι, συμπυκνώνω
  2. (χημεία) σχηματίζω κατακάθι, πήζω μερικώς ή σε σημεία, υφίσταμαι πήξη

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία