Γαλλικά (fr)Επεξεργασία

  Ουσιαστικό 1Επεξεργασία

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό chouchou chouchoux
θηλυκό chouchoute chouchoutes

chouchou (fr)

  1. (οικείο) κάποιος ή κάτι που προτιμιέται

  Ουσιαστικό 2Επεξεργασία

ενικός πληθυντικός
chouchou chouchoux

chouchou (fr) αρσενικό

  1. (οικείο) μικρό υφασμάτινο εξάρτημα, με λάστιχο, που συγκρατεί τα μαλλιά

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Είναι ένα από τα 7 ουσιαστικά που έχουν τον πληθυντικό τους σε -x. Ορίστε ολόκληρη η λίστα:

bijou - caillou - chouchou - genou - hibou - joujou - pou