Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

cereal < Ceres

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

cereal (en)

  1. φυτό της οικογένειας των δημητριακών
  2. δημητριακά για το πρόγευμα



Ισπανικά (es) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
cereal cereales

cereal (es) αρσενικό

  1. δημητριακό
  2. (στον πληθυντικό) δημητριακά για το πρόγευμα