Αγγλικά (en) Επεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
bro bros

  Ετυμολογία Επεξεργασία

bro < περικοπή της λέξης brother

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

bro (en) (αργκό)

  1. (κυριολεκτικά) ο αδελφός
  2. (προσφώνηση, μεταφορικά) αδελφός, ως φιλική προσφώνηση για άτομο με το οποίο υπάρχει στενή, συντροφική σχέση, αποδοχή κοινών ιδεών και ιδανικών, ή τρόπου ζωής



Σουηδικά (sv) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

bro 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

bro (sv)