Ετυμολογία

επεξεργασία
augeo < πρωτοϊταλική *augeō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂owg-éye-ti < *h₂ewg- (αυξάνω). Συγγενές με το (αρχαία ελληνική) αὐξάνω

augeo (la)

  1. αυξάνω
  2. μεγεθύνω
  3. εξαπλώνω
  4. επιμηκύνω