Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

assignment < (κληρονομημένο) μέση αγγλική assignement < παλαιά γαλλική assignement

  ΠροφοράΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
assignment assignments

assignment (en)

  1. η επιφόρτιση
  2. (προγραμματισμός) ανάθεση, εκχώρηση,[1] τιμοδοσία, τιμοδότηση[2]

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «ανάθεση», «εκχώρηση» από αναζήτηση « assignment» στη Βάση Τηλεπικοινωνιακών Όρων TELETERM από τη Μόνιμη Ομάδα Τηλεπικοινωνιακής Ορολογίας (ΜΟΤΟ), τον ΟΤΕ, τον ΕΛΟΤ και την ΕΛΕΤΟ.
  2. Γλωσσάριο. Προσπέλαση 23/10/2019
  3. 3. An Informal Introduction to Python, 3.2. First Steps Towards Programming. Αρχειοθέτηση 2020-01-24. Προσπέλαση 2020-09-04.