Ισπανικά (es) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

armonia (es) πληθυντικός : armonías

  1. η αρμονία




Ιταλικά (it) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

armonia < λατινική harmonĭa < αρχ. ελληνική : αρμονία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
armonia armonie

armonia (it)

  1. η αρμονία