Δείτε επίσης: alterne

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό alterné alternés
θηλυκό alternée alternées

alterné (fr)

  1. ο εναλλασσόμενος
  2. (για κυκλοφορία) ο εκ περιτροπής
  3. (για ομοιοκαταληξία) πλεκτός

  ΜετοχήΕπεξεργασία

alterné (fr)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία