Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ad hoc < λατινική ad hoc [1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ad ˈxok/

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

ad hoc

  • λατινικά: ad hoc, που έχει δημιουργηθεί για συγκεκριμένο σκοπό
    είναι μια λύση που δόθηκε ad hoc και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για άλλες καταστάσεις

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 



Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ad hoc < λατινική ad hoc

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ad hoc (en)

  • λατινικά: ad hoc, που έχει δημιουργηθεί για συγκεκριμένο σκοπό

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

ad hoc (en)

  • λατινικά: ad hoc, γι' αυτόν τον σκοπό



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ad hoc < λατινική ad hoc

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.d‿ɔk/
ομόηχο: haddock

  Επιθετική έκφρασηΕπεξεργασία

ad hoc (fr)



Λατινικά (la) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ad hoc < → δείτε τη λέξη  πρόθεση ad & hoc, αιτιατική ουδετέρου της αντωνυμίας hic (εκείνος)

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

ad hoc (la)