Δείτε επίσης: cardinalis, Cardinalius

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

 
Πουλί καρδινάλιος του γένους Cardinalis

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Cardinalis < λατινικά cardinalis

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Cardinalis (en)

  1. γένος του πουλιού καρδινάλιος της οικογένειας των Καρδιναλιδών (Cardinalidae)

Λατινικά (la) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Cardinalis < cardinalis < cardo + -alis

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

Cardinalis, -is, -e

  1. αυτός πάνω στον οποίο στηρίζεται κάποιος ή κάτι: αρχηγός, επικεφαλής, θεμελιώδης
  2. (λέξη της εκκλησιαστικής λατινικής) που έχει σχέση ή αναφέρεται στον Καρδινάλιο

ΚλίσηΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
αρσενικό
θηλυκό
ουδέτερο
αρσενικό
θηλυκό
ουδέτερο
ονομαστική Cardinalis Cardinalis Cardinale Cardinalēs Cardinalēs Cardinalia
γενική Cardinalis Cardinalis Cardinalis Cardinalium Cardinalium Cardinalium
δοτική Cardinalī Cardinalī Cardinalī Cardinalibus Cardinalibus Cardinalibus
αιτιατική Cardinalem Cardinalem Cardinale Cardinalēs Cardinalēs Cardinalia
κλητική Cardinalis Cardinalis Cardinale Cardinalēs Cardinalēs Cardinalia
αφαιρετική Cardinali Cardinali Cardinali Cardinalibus Cardinalibus Cardinalibus
(Τριτόκλιτα επίθετα)

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Cardinalis

  1. (λέξη της εκκλησιαστικής λατινικής) Καρδινάλιος

ΚλίσηΕπεξεργασία

αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική Cardinalis Cardinalēs
γενική Cardinalis Cardinalium
δοτική Cardinalī Cardinalibus
αιτιατική Cardinalem Cardinalēs/Cardinalīs
κλητική Cardinalis Cardinalēs
αφαιρετική Cardinale Cardinalibus
(γ' κλίση)