Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ὑπέρπυρος τὸ ὑπέρπυρον οἱ, αἱ ὑπέρπυροι τὰ ὑπέρπυρα
Γενική τοῦ, τῆς ὑπερπύρου τοῦ ὑπερπύρου τῶν ὑπερπύρων τῶν ὑπερπύρων
Δοτική τῷ, τῇ ὑπερπύρῳ τῷ ὑπερπύρῳ τοῖς, ταῖς ὑπερπύροις τοῖς ὑπερπύροις
Αιτιατική τὸν, τὴν ὑπέρπυρον τὸ ὑπέρπυρον τοὺς, τὰς ὑπερπύρους τὰ ὑπέρπυρα
Κλητική ὑπέρπυρε ὑπέρπυρον ὑπέρπυροι ὑπέρπυρα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ὑπερπύρω
Γενική-Δοτική ὑπερπύροιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὑπέρπυρος < ὑπέρ- + γενική ενικού πυρός (πῦρ)[1][2]
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: μεσαιωνικά ελληνικά: ὑπέρπυρον

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ὑπέρπυρος, -ος, -ον

  1. που έχει έντονη πύρινη όψη, διάπυρος
  2. ο τοποθετημένος σε φωτιά, πυρακτωμένος

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 1981‑1994, έκδοση: 2013.
  2. Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964). Μέγα λεξικόν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Αθήνα: Ελληνική Παιδεία. 

  ΠηγέςΕπεξεργασία