Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὀργάω < ὀργή

  ΡήμαΕπεξεργασία

ὀργάω (κυρίως στον Ενεστώτα)

  1. για χωράφι που είναι καλοποτισμένο και έτοιμο για την καλλιέργεια σιτηρών
  2. για δένδρα που είναι έτοιμα να ανθίσουν
  3. για καρπούς που είναι έτοιμοι να ωριμάσουν
  4. (για άνδρες) κατέχομαι από λαγνεία
     συνώνυμα: σφριγάω
  5. (για ζώα) βρίσκομαι στην εποχή της σεξουαλικής συνεύρεσης
  6. (γενικότερα) είμαι γεμάτος από ορμή και επιθυμία για κάτι
  7. (μεταβατικό) μαλακώνω κάτι δουλεύοντάς το
     συνώνυμα: ὀργάζω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883, σελίδα 1068