Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Αρχικοί Χρόνοι
Ενεστώτας (ἐκπλήττομαι)
Παρατατικός -
Μέλλοντας -
Αόριστος ἐξεπλάγην,
ἐξεπλήγην,
ἐξεπλήχθην

ἔκπληγον
Παρακείμενος (ἐκπέπληγμαι)
ἐκπεπληγμένος μτχ

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἐκπλήττομαι< ἐκπλήττω < ἐκ + πλήττω


  ΡήμαΕπεξεργασία

ἐκπλήττομαι και ἐκπλήσσομαι

  1. σοκάρομαι, καταπλήσσομαι με τη δυσάρεστη συνήθως έννοια, εκπλήσσομαι δυσάρεστα, τρομοκρατούμαι, κόβομαι απότομα, σταματώ από φόβο, πλήττομαι από κάτι ισχυρά. Το ρήμα συνηθιζόταν κυρίως στον αόριστο
    χαρᾷ δὲ μὴ 'κπλαγῇς φρένας (μην αφήσεις τη χαρά να πλήξει τη λογική σου)
    ἐκπληχθεῖσ᾽ ἦλθον φρίκᾳ (τρομοκρατημένη)
    κἀκπεπληγμένη κέντροις ἔρωτος, ἀπόλλυται (πεθαίνει χτυπημένη καίρια από το κεντρί του έρωτα)
    καὶ μὴν ποήσω γ᾽ οὐδὲν ἐκπλαγεῖσά σε (θα το κάνω και δεν με τρομοκρατείς καθόλου με όσα είπες)
    σιγῶ... δύστηνος ἐκπεπληγμένη κακοῖς (σωπαίνω... η δύστυχη από το χτύπημα της καταστροφής)
  2. σπανίως, είχε την έννοια του θαμπώνομαι, εκπλήσσομαι ή εντυπωσιάζομαι
    ἐκπλαγέντα τὰ προκείμενα ἀγαθά (έπληκτος με τα αγαθά των Περσών απλωμένα μπροστά του)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • ἡ ἒκπληξις, της ἐκπλήξεως (ο τρόμος, ο πανικός)
  • ἐκπλήσσω
  • ἐκπλήττω
  • ἐκπλήγνυμι (στο Θουκυδίδη)
  • ἐκπεπληγμένως (επίρρημα)
  • ἐκπληκτικῶς (φοβερώς)
  • ἐκπληκτικός (εκείνος που προξενεί φόβο)
  • ὁ, ἡ ἔκπληκτος, το ἔκπληκτον