Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀκαματοσύνη < ἀκαμάτης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἀκαματοσύνη αρσενικό ( & ἀκαμασιά και ἀκαμασία )


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία