Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χαρακώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος χαρακώνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

χαρακώνομαι, πρτ.: χαρακωνόμουν, στ.μέλλ.: θα χαρακωθώ, αόρ.: χαρακώθηκα, μτχ.π.π.: χαρακωμένος

  1. με χαρακώνουν
  2. (ιδιαίτερα) τραυματίζω τον εαυτό μου με αιχμηρό όργανο κάνοντας χαρακιές στο δέρμα μου

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία